Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Κατερίνα

Στα 23 της η Κατερίνα θα έκανε ένα τελευταίο ταξίδι. Θα πήγαινε σε μια μικρή επαρχιώτικη πόλη και θα αυτοκτονούσε. Το είχε σκεφτεί καιρό πριν, του έδωσε χρόνο να αναπτυχθεί μέσα της και το αποφάσισε και η ανάγκη να το προχωρήσει ήταν μεγάλη. Κι ούτε κακή οικογένεια είχε, κανείς δεν την τραυμάτισε ψυχικά ή σωματικά ποτέ, ούτε κοινωνικά αποκλεισμένη ήταν, με φίλους και γνωστούς να την περιτριγυρίζουν συνεχώς. Με καριέρα μπροστά της αν ήθελε, μόλις τελείωσε τη σχολή της. Κανένα από τα κλισέ που οδηγούν συνήθως τους νέους στο να κάνουν το τελευταίο τους ταξίδι δεν κουβαλούσε. Απλά έβρισκε τα πάντα χωρίς νόημα, μια ζωή σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Και το μισούσε αυτό. Από όταν άρχισε να καταλαβαίνει τον εαυτό της στην εφηβεία της, έψαχνε συνεχώς γι' αυτό το αναπάντεχο που θα τη συνεπάρει. Το μεγαλύτερο απ' όσα είχε βιώσει, το εξωπραγματικό. Αυτή η προσπάθεια την έσπρωξε να πιστέψει πως μοναδική διέξοδος από την ανία και την επανάληψη της ζωής της, ήταν η αυτοκτονία.

Κι ακόμη και τώρα, όπως κάθεται στην αίθουσα αναμονής του ΚΤΕΛ και παρατηρεί τις κινήσεις και τα λόγια των υπόλοιπων ταξιδιωτών, ψάχνει να βρει κάτι πέρα από τα συνηθισμένα. "Έτσι είναι η απελπισία" σκέφτεται, νιώθοντας αποφασισμένη αλλά και ανήσυχη. Με μάτια που δε σταματούν να κινούνται από τον έναν άνθρωπο στον άλλο. Κόσμος πηγαινοέρχεται στα γκισέ και στο κυλικείο, κάθεται στις θέσεις και ξανασηκώνεται. Ακούει μερικά αγόρια να μιλάνε για μερικά περιοδικά. Ή βιβλία, το ίδιο κάνει. Ιστορίες φαντασίας που προσπαθούν να αντικαταστήσουν στο μυαλό όλων τις πραγματικά εξαιρετικές εμπειρίες που ποτέ δε θα έχει. Που προσπαθούν να τον κοιμήσουν ικανοποιημένο με πράγματα και στιγμές που ποτέ δε θα ζήσει.

Υπάρχει και μια ανάγκη όμως πίσω απ' όλα αυτά. Η ανάγκη της να μιλήσει ανοιχτά σε κάποιον για όλα όσα έχει σκεφτεί και αποφασίσει. Μήπως δεν είναι όσο σίγουρη νομίζει; Μήπως ψάχνει τρόπο και λόγο για να μην κάνει αυτό που εδώ και καιρό έχει σχεδιάσει;

Έχει ταχυδρομήσει στο γραφείο του μπαμπά της το γράμμα με το οποίο δηλώνει πως αυτοκτονεί, πως αγαπά εκείνον και τη μαμά της και πως δεν ήθελε να τους πληγώσει. Αύριο το πρωί εκείνος θα το παραλάβει και θα το ανοίξει. Λογικά θα ψάξουν να τη βρουν μετά, δε θα είναι και δύσκολο. Όμως στο γράμμα της δεν αναφέρει γιατί. Οι δικοί της θα αναρωτιούνται, ίσως για πάντα, τους λόγους που την έκαναν να αποφασίσει την αυτοκτονία.

Δεν έχει μιλήσει ποτέ και σε κανέναν γι' αυτά που σκέφτεται. Μήπως πρέπει να το κάνει; Οι σκέψεις της κινούνται γρήγορα, ψάχνει τρόπο να ελαφρύνει. Και η απελπισία που νιώθει, κι αυτό το τελειωτικό που έχει μέσα της είναι πια πολύ μεγάλα για να μπορέσει να τα σηκώσει. Αρχίζει και κλαίει σιγανά, όσο κι αν δεν το θέλει μέσα στον κόσμο. Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα που δε μπορεί να σταματήσει και ξέρει πως την κοιτάνε. Αλλά αυτό είναι κάπως ωραίο, γιατί είναι επιτέλους κάτι απροσδόκητο, έξω από τα συνηθισμένα και τα αποδεκτά. Γιατί πάντα όταν βλέπουμε κάποιον να κλαίει δημόσια αισθανόμαστε άσχημα, πρώτα απ' όλα γιατί αυτό δε θα έπρεπε να συμβαίνει, δε θα έπρεπε εδώ, τώρα, μπροστά μου, είναι λάθος, λάθος, λάθος.

Ενώ το κλάμα της αρχίζει να σταματά, βλέπει ένα αγόρι απέναντί της. Μικρότερο απ' αυτήν στην ηλικία, ψηλό, λίγο χαμένο σε όσα μάλλον περνάνε από το μυαλό του τώρα. Κι εκείνος, πίνοντας ένα μπουκαλάκι νερό, την κοιτάζει. Κι όλα όσα περίμενε η Κατερίνα, είναι τώρα σταθερά στη θέση τους. Ξέρει τι θέλει, ξέρει τι θα κάνει. Περιμένει την τύχη να ορίσει τις επόμενες κινήσεις της, θα αφεθεί απόλυτα στα δικά της χέρια. Αφού αυτό που αντιπαθεί είναι το σίγουρο, το προδιαγεγραμμένο, εκείνο απ' το οποίο δε μπορεί να ξεφύγει, τώρα θα παίξει με την τύχη της. "Αν κάτσει δίπλα μου θα του τα πω όλα." Και ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει;

Το παλικάρι την πλησιάζει. Έχει ένα τσαντάκι στα χέρια του και το αφήνει στη θέση ακριβώς δίπλα της, ρίχνοντάς της ακόμη μια ματιά. Κάθεται στην πιο δίπλα θέση και η Κατερίνα είναι έτοιμη να βάλει ξανά τα κλάματα. Να κλαίει μέχρι να ρθει η ώρα να ανεβεί στο λεωφορείο και να ξεκινήσει για την πόλη στην οποία θα δει το τελευταίο της ηλιοβασίλεμα. Μια στιγμή μετά, μια μαμά κρατώντας ένα κοριτσάκι αγκαλιά κάθεται δίπλα της. "Όχι, μην κλάψεις", σκέφτεται η Κατερίνα, "τέλος".


Τα προηγούμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου