Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Μερικές στιγμές αξίζουν περισσότερο

Είχε περίπου μισή ώρα που ξεκίνησε το πλοίο του. Είχε καθίσει στις τελευταίες θέσεις στο κατάστρωμα. Του άρεσε να βλέπει τα απόνερα του καραβιού, ένοιωθε σα να κοιτάζει σύννεφα να αλλάζουν παραστάσεις απ' τον αέρα. Στα δεξιά της θέσης του είχε αφήσει το μοναδικό του σακίδιο. Ήταν η πρώτη φορά που αποφάσιζε να φύγει μόνος για διακοπές. Δεν ήταν μποέμ τύπος, δεν του ταίριαζε κάτι τέτοιο, δεν είχε την περιπέτεια στο αίμα του. Κι ακριβώς γι' αυτό αποφάσισε να το κάνει. Άλλωστε η παρέα του δούλευε. Δε μπορούσαν να συντονίσουν τις άδειες τους.

Κι ο κολλητός του; Εκείνος είχε την κοπέλα του. Θα πήγαινε διακοπές στην πατρίδα της, "να γνωρίσω καλύτερα τους δικούς της" του έλεγε. Θα αρραβωνιαζόταν πριν το τέλος του χρόνου. Όλο αυτό του φαινόταν εντελώς κλισέ: Ο φίλος που ετοιμάζεται να κάνει οικογένεια, που σχεδόν πρέπει να κλείσει ραντεβού για να τον δει και που τώρα ενδιαφέρεται για τους γονείς της κοπέλας που μόλις πριν λίγο καιρό του την έδιναν για τα καλά, αλλά του συνέβαινε. Και ήθελε διακοπές. Έτσι πακετάρισε ένα σακίδιο με τα βασικά και ξεκίνησε...

Δεν είχε αποφασίσει που θα πάει, ούτε το πως. Τυχαία το διάλεξε. Είχε σκεφτεί πως αφού πηγαίνει μόνος, μπορεί να ταξιδέψει οπουδήποτε. Οπότε το άφησε στην τύχη... Το νησί του άρεσε πολύ. Και οι άνθρωποι. Και αν και ο φόβος δεν τον άφησε ποτέ, είπαμε δεν ήταν και πολύ θαρραλέος σαν χαρακτήρας, πέρασε καλύτερα απ' ότι περίμενε. Ήξερε πως τις εμπειρίες των τελευταίων ημερών θα τις έφερνε ξανά και ξανά στο μυαλό του για αρκετά χρόνια. Το κυριότερο όμως ήταν η αίσθηση που το έδωσε αυτό το μικρό, σε χρόνο, ταξιδάκι: Πως έκανε κάτι που τον έβγαλε από τα νερά του αλλά και ταυτόχρονα κατάφερε ο ίδιος να το φέρει στα μέτρα του. Αυτό το συναίσθημα της ικανοποίησης από τον εαυτό του και τον κόσμο, που τόσο ένοιωθε πως χρειαζόταν.

Δεν του άρεσε φυσικά που γύριζε πίσω. Σε ποιόν αρέσει όμως; Δεν έβλεπε και πολλά χαρούμενα πρόσωπα από και που καθόταν. Ευχαριστημένα, ικανοποιημένα όπως αυτός, ναι, χαρούμενα, όχι...

Για ακόμα μια φορά άρχισε να παρατηρεί τα βιβλία που διάβαζαν οι γύρω του. Αγαπημένη ασχολία, συνήθεια από τα παιδικά του χρόνια. Όπου κι αν βρισκόταν, κοίταζε τα αναγνώσματα των ανθρώπων. Σε σταθμούς τρένων, στις παραλίες, σε καφέ, πάντα έδινε στον εαυτό του χρόνο για να δει εξώφυλλα, να τα κρίνει από τα χρώματά τους και το στήσιμό τους, να δει τους ξένους να διαβάζουν στη γλώσσα τους, να αναζητήσει αντιδράσεις σε πρόσωπα να αναρωτηθεί τι περνάει από το μυαλό όσων διαβάζουν Πράτσετ, Μπαρίκο, Κινγκ, Ζατέλλη, αλλά και κόμικς, παιδικά βιβλία, βίπερ. Ήταν η μόνη "συλλογή", αν μπορούμε να την πούμε έτσι, που κράτησε μεγαλώνοντας.

Κι εκεί στην άκρη την είδε. Θυμήθηκε πως ήταν ακριβώς μπροστά του όταν μπήκε στο καράβι, αλλά μετά δεν την ξαναείδε. Καθόταν πίσω-πίσω στο κατάστρωμα, στην τελευταία θέση, με την πλάτη της γυρισμένη στη θάλασσα που αδιαμαρτύρητα άνοιγε για να περάσει το καράβι και μετά έκλεινε ξανά ήρεμα πίσω του.

Διάβαζε κι εκείνη. Ήταν ένα λεπτό βιβλιαράκι, βαθύ πράσινο όπως τα δέντρα που από κάτω τους περπατούσε πριν λίγες ώρες στο νησί, με μερικές κίτρινες γραμμές εδώ κι εκεί και κάμποσες φιγούρες, όμως δεν το είχε ξαναδεί και ούτε ξεχώριζε τον τίτλο ή τις λεπτομέρειες του εξωφύλλου. Η κοπέλα καθόταν μόνη της και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, γαληνεμένα από τις δικές της μέρες διακοπών, σκέφτηκε, τον εντυπωσίασαν. Κατάμαυρα, μακριά μαλλιά που γυάλιζαν έντονα στο φως, του θύμισαν μερικά ολοστρόγγυλα βότσαλα που ψάρεψε σε μια από τις παραλίες του νησιού. Στο λευκό μπλουζάκι που φορούσε, πάνω από τον ένα της ώμο, ένα λουλούδι με γαλάζια πέταλα φαινόταν να στέκεται και να τη συντροφεύει. Έμοιαζε απορροφημένη στο βιβλίο της, μιας και δε σήκωσε καθόλου τα μάτια της όση ώρα την παρατηρούσε.

Πάντα κόμπλαρε όταν έπρεπε να ξεκινήσει μια συζήτηση. Δεν ήξερε τι έπρεπε να πει, πως να αρχίσει, παρότι κάθε φορά το μυαλό του γέμιζε με πιθανές ερωτήσεις και προτάσεις. Δεν ήταν ποτέ καταστροφικές οι συζητήσεις που έκανε με νέους ανθρώπους που γνώριζε, απλά και μόνο γιατί δεν τις ξεκινούσε ποτέ. Όταν μάλιστα έπρεπε να το κάνει αυτό σε μια κοπέλα που του άρεσε...

"Πρέπει να έχει φοβερή επίδραση πάνω μου το νησί", σκέφτηκε, ψάχνοντας το σακίδιό του και μετά, η τελευταία του σκέψη, λίγο πριν καθίσει απέναντί της με το δικό του βιβλίο στα χέρια, "Ποιός είπε πως οι διακοπές τελείωσαν;".


Disclaimer: Πήγα διακοπές στο πανέμορφο νησί της Σαμοθράκης. Επειδή δεν έχω λόγια για το πόσο μου άρεσε και ούτε θέλω να γράψω εντυπώσεις αναλυτικά, στο πλοίο της επιστροφής έγραψα αυτό. Ευχαριστώ αυτούς που ήταν μαζί μου, πέρασα εκπληκτικά και θέλω να θα ξαναπάω.

13 σχόλια:

  1. Σαν βγεις στον ξαναπηγαιμό προς Σαμοθράκη, να ξαναγράψεις κάτι τόσο καλό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άχουυυυυ! Τι καλήηηη! Ήρθε κι από δωωωω! :-)

    Ευχαριστώ πολύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ααααα αυτό έγραφες στο πλοίο! καλό! :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. εγώ αυτό το διάβασα πρωτοκούκου :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εσένα, όπως ξαναείπα, η γνώμη σου μετράει πολύ, γι' αυτό το διάβασες πρωτοκούκου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Cool! Καλώς ήρθες πίσω και περιμένουμε και άλλες ιστορίες!! (ο τυπάς τι βιβλίο έβγαλε;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @Shiroi Taka
    Πως φαίνεται ο άνθρωπος που του αρέσουν τα spoilers όμως, ε; Και αυτό είναι τέτοιο με όλη τη σημασία της λέξης! Τεσπά, μπορώ να αποκαλύψω πως είχε ένα ασπρόμαυρο εξώφυλλο...

    @κούνελος
    Κάτσε κάτω εσύ ρε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Cewl!! Τώρα το διάβασα αυτό! Προτείνω την επόμενη φορά που κάποιος από εμάς τύχει και πάει Σαμοθράκη, να συνεχίσει την ιστορία. :) Στο τέλος θα την εκδώσουμε στο AuthorCrossing και θα γίνουμε πλούσιοι! :) Αλλά και πλούσιοι να μη γίνουμε με τη στενή έννοια, και μόνο το ταξίδι παύλα αφορμή θα είναι ανεκτίμητο! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Τι ρομαντική ψυχή. Διάβασε αυτό και σκέφτηκε "να βγάλω λεφτά". Ω, ΤΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΨΥΧΗ! :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ωωωω! Το ήξερα οτι έγραφες post! Πολύ ωραίο dude! Άντε και σε άλλα ταξίδια πολλά και καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ευχαριστώ gal! Πολλά να'ναι και τα δικά σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή