Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Το κασκόλ

Χειμώνιασε ξαφνικά. Εντάξει, τον τελευταίο μήνα η θερμοκρασία είχε πέσει, αλλά ήταν πάντα του χοντρόπετσος. Ο ίδιος ήξερε πως απλά δεν τον ένοιαζε. Το λίγο κρύο δεν τον αφορούσε. Περπατούσε συνέχεια στους δρόμους, έκανε μεγάλες διαδρομές. Λίγοι βαθμοί παρακάτω δεν ήταν κάτι που το παρατηρούσε. Απλά συνέχιζε να περπατάει, να κοιτάζει τον κόσμο, τα αυτοκίνητα, τα καφέ, τις βιτρίνες. Σήμερα όμως χειμώνιασε ξαφνικά. Φυσούσε και το κρύο περνούσε μέσα του.

"Θα σου κάνω δώρο ένα κασκόλ", του είχε πει. Ήταν αρκετό καιρό πριν, την τελευταία φορά που κάποιος τον είχε ακούσει να παραπονιέται πως κρυώνει. Δεν του το έκανε όμως. Ήταν μια κουβέντα της στιγμής, μαζί με ένα χαμόγελο και ένα χέρι που ετοιμάστηκε να ζεστάνει το δικό του. Κι αυτό του έφτανε για να ξεχάσει το κρύο εκείνης της βραδιάς. Σήμερα όμως; "Μάλλον χρειάζομαι αυτό το κασκόλ", σκέφτηκε.

Το γεγονός πως εκείνη έφυγε στο εξωτερικό τον είχε κάνει λίγο κυνικό και λίγο αδιάφορο. Και θυμόταν τον εαυτό του πριν, δεν ήταν έτσι. Τον άλλαξε αυτή η κατάσταση. Εντάξει, τη χρειαζόταν, ποιό το όφελος να λέει ψέματα, ακόμα και μετά από τόσους μήνες, στον εαυτό του; Η άρνηση σου έχω πει δε βοηθάει, φίλε μου.

Έχει πλάκα όταν συμβαίνει αυτό στους ανθρώπους. "Ok, έφυγε, και; Μια χαρά θα είμαι. Και αν δεν είμαι, θα γίνω". Τυφλωμένο μυαλό, παραδέξου πως θα είσαι χώμα, να περάσουμε γρήγορα στην επόμενη φάση. Και ποια είναι η επόμενη φάση; Πως γίνεσαι ξανά ο άνθρωπος που ήσουν; Ξεχνώντας; Έτσι είπαν οι φίλοι. "Άστο τώρα, πήγαινε παρακάτω". Ρωτάνε αν έχει παρακάτω; Μπα. Α, ο κυνικός ξαναχτυπά...

Πάντως σήμερα ένοιωθε καλά το κρύο, όλο και βαθύτερα όπως περπατούσε. Να και ένα ζευγάρι δίπλα του. Πάντα υπάρχει ένα ζευγάρι δίπλα σου όταν σκέφτεσαι εκείνη. Σαν τις Αμερικανικές ταινίες. Ναι, σωστά, είναι και περισσότερο ειρωνικός. Πάντα ήταν, αλλά τώρα... Θα έστριβε τώρα. Ώρα για επιστροφή στο σπίτι. Μέσα από την αγορά όμως.

Ιδέα ήταν αυτή; Θα το πάρει το κασκόλ. Θα πάει αυτή τη στιγμή σε ένα μαγαζί και θα αγοράσει ένα ωραίο και ζεστό κασκόλ. Γιατί; "Δεν την περιμένω να μου το αγοράσει", σκέφτηκε. Λογική σκέψη: φτάνει πια, πρέπει να ξεφύγει. Ο κακόμοιρος. Τι κάνει ο άνθρωπος για να ξεγελάσει το μυαλό του, ε; Εξαιρετικό υπόδειγμα ερωτοχτυπημένου ο φίλος μας.

Να'το και το μαγαζί. Έχει ζέστη, ευτυχώς. Του λείπει να πηγαίνει βόλτες μαζί της, μάλλον γι'αυτό περπατάει τόσο πολύ. Και να πηγαίνει στα μαγαζιά μαζί της του άρεσε. Αλλά βέβαια, αν δεν του άρεσαν 1000 διαφορετικά πράγματα σε αυτήν, θα έκλαιγε ακόμα τη μοίρα του που του έφυγε γι' άλλες πολιτείες ερωτικές, να βρεθεί σ' εμπειρίες λυτρωτικές;

Κι ο υπάλληλος μπροστά του. "Ένα κασκόλ", λέει και δείχνει προς τη μεριά των συγκεκριμένων, άχρηστων όπως πάντα νόμιζε, αξεσουάρ. "Τι χρώμα;", ρωτάει ο υπάλληλος. Κενό. Το αποφάσισες, άνθρωπέ μου. Μην κολλάς τώρα. Μπλε μαρέν. Κίτρινο με μωβ βούλες. Άσπρο με μικρά κιονόκρανα. Μελανζέ λαχούρ. Raspberry Torte. Κάτι. Πες το, πάρτο και φύγε. Καλά, πλήρωσε και πρώτα αν θες. Δεν είναι απαραίτητο βέβαια. Απαραίτητο είναι να απαντήσεις.

Σκέφτεται. Τι χρώμα; Ότι θέλει αυτή. Τι χρώμα; Ότι νομίζει εκείνη. Δύσκολο. Δε μπορεί να σου πει αυτή, ρε φίλε. Είναι μακριά, θυμάσαι; Θα κάνεις έτσι για ένα κασκόλ; Μην το κουράζεις άλλο. Τρελαίνομαι να το παίζω δικηγόρος του διαβόλου.

"Όχι, ευχαριστώ, θα ξαναπεράσω". Κατάλαβε επιτέλους. Είδε πως όλο αυτό δε βγάζει πουθενά. Αυτό ήταν όλο το σχέδιο να την ξεπεράσει. Δε θέλει πια. Θέλει να ελπίζει πως εκείνη σύντομα θα είναι πάλι κοντά του. Και το κασκόλ ρε άνθρωπε; "Θα το αγοράσω μαζί της", είπε, και τα λόγια του έγιναν ένα με τον αέρα, την ώρα που έβγαινε από το μαγαζί. Καλή επιλογή φίλε μου, καλή...